Τετάρτη, 11 Οκτωβρίου 2017

ΠΡΙΝ ΤΗΝ ΑΛΛΑΓΗ ΦΥΛΟΥ...

(...μια ιστορία μου απ' τον παλιό καιρό)
Του Κόστα Νευροκοπλή

...σε ένα παράδρομο της Συγγρού, στο ύψος του Άη Σώστη. Είχε κατέβει για μια μόνο μέρα από την Θεσσαλονίκη να μιλήσει στους ιερείς της Νέας Σμύρνης. Δούλευε όλο το καλοκαίρι για αυτή την εισήγηση. Θα τους μιλούσε για το πώς βλέπει την σχέση των νέων παιδιών με τον Θεό. Δεν γνώριζε κανένα από εκεί, ένιωθε άβολα και ήταν έξω από τα νερά του. Έφτασε νωρίτερα και έβαλε το αυτοκίνητο που νοίκιασε σε ένα παράδρομο της Συγγρού, στο ύψος του Άη Σώστη.
Φρόντισε να μπει στην αίθουσα λίγα λεπτά πριν την έναρξη. Δεν ήθελε να υπάρχει χρόνος για να του πουν, να τον ρωτήσουν, να τον ξεψαχνίσουν. Εκείνο το βράδυ ήταν ξένος, τίποτε άλλο από ένας ξένος. Τον ρώτησε ο επίσκοπος "πώς τα καταφέρνεις και έρχονται στις ομιλίες σου τόσοι πολλοί φοιτητές;" Εκείνος γέλασε γιατί ήταν η ερώτηση που του ξεκλείδωνε το με ποιον είχε να κάνει, κι εκείνη την νύχτα είχε να κάνει με "απούσα υδροπονική συνείδηση".
Άκουγε τον ύμνο που του έπλεκε ο οικοδεσπότης κοιτάζοντας τα αδιάφορα ρασοφόρα βλέμματα. Βλέμματα που κουβαλούσαν σαν ηπειρώτικο μοιρολόι τα γεροντικά ποιμενικά κορμιά τους, ενώ αυτά το μόνο που αποζητούσαν ήταν να πάνε στο σπίτι τους, κάπου να γύρουν. Δούλευε τρεις μήνες, όλο το καλοκαίρι, για να μιλήσει για τα τέσσερα επίπεδα κάθε ανθρώπου που μιλά και ακούει...για το σωματικό, το ψυχολογικό, το πνευματικό και το δαιμονικό και πώς αυτά συμπλέκονται. Άρχισε, μίλησε, τέλειωσε. Με θέρμη ανακούφισης τον χειροκρότησαν, αν και ηχητικά εξέπεμπαν σε συχνότητα ενός τζαζαρίσματος όπου η παραξενιά για τούτα τα νέα λόγια έδειχνε σε κάτι να τους αρέσει και σε κάτι να τους φαγουρίζει. Κι ενώ το χειροκρότημα δυνάμωνε, έπεσε κεραυνός η φωνή του ηγέτη: «Όπως βλέπετε εγώ δεν χειροκροτώ!» Πάγωσαν τα κόκκαλα τους και μαρμαρωμένα ακινητοποίησαν την επικείμενη κρούση. Εκείνος τότε έστρεψε ξαφνιασμένος το βλέμμα από το μικρόφωνο μπροστά του, στο ηχείο της δύναμης πίσω του. Γέλασε μέσα του που άλλος είχε το μικρόφωνο, αλλά άλλος ήταν το ηχείο...
Ήθελε μόνον να φύγει μακρυά από αυτό το ωστικό κύμα, το τόσο γνωστό, το τόσο αποκρουστικό. Περικυκλωμένος όμως στα μεν νώτα του από τον ηγέτη και εμπρός του από τις ερωτήσεις των παρατρεχάμενών του, έβλεπε να αναδύεται μπρος στα μάτια του σε τρισδιάστατο σχήμα το Κολοσσαίο. Μόνη του διαφυγή ο χρόνος. Έπρεπε να τον επιταχύνει για να τον παρακάμψει. Ρωτούσαν, ρωτούσαν, μα αυτό που τους έκαιγε μέσα τους, σιωπούσε. «Τι...Πώς...Πρέπει;»
Εκείνος τους απαντούσε σε ό,τι δεν ρωτούσαν αλλά μέσα τους σιωπούσε. Χάιδευε τις ανασφάλειες τους, ήθελε να τους κάνει να καμαρώσουν για τις φοβίες τους, να συμφιλιωθούν με την ευαλωτότητα τους, να απο-θεωθούν...
Τέλος. Κέρασμα. Τυπικότητα. Ευγένεια που τρίζει τα δόντια...κι εκείνος κοίταζε μόνο την εξώπορτα για να βγει από την ζώνη του Άη Σώστη, να πάει στον παράδρομο. Τον ασπάστηκε ο ηγέτης νηστίσιμα και ζήτησε να τον ξεπροβοδίσουν. Διέσχιζε την μακρόστενη αίθουσα και πίσω από τις κολώνες φοβισμένα μαύρα πουλιά τον ευχαριστούσαν, του έλεγαν πως αυτοί τον ένιωσαν και αν έχασε τον έλεγχο ο ηγέτης, τότε να ξέρει πως η αλήθεια είναι μαζί του. Κάποιοι ήταν με δροσερά μάτια, όλο υγρασία. Βγήκε στην πλατεία.
Διέσχισε την Συγγρού, εκεί στο ύψος του Άη Σώστη προχωρώντας προς τον παράδρομο να πάρει το αυτοκίνητο, μα εκεί μπροστά ακριβώς στεκόταν μία τρανς! Το ράσο πάνω του έγινε σίδερο. Πώς να μην την δυσκολέψει; Πώς να πάει εκεί, δίχως... Αποφασίζει να κάνει περιμετρικά τον κύκλο για να μην απαντηθούν τα δυο τους, τα μεταμορφωμένα.
Τότε εκεί, στον παράδρομο της Συγγρού στο ύψος του Άη Σώστη ακούστηκε μια άλλη φωνή, δεν ήταν ηγέτη, μα σαν εκείνη που ήξερε πως έκανε την Αποκάλυψη: «Πάτερ, πάάατερ...!», κοντοστέκεται λίγο και περπατάει αποφασιστικά προς το μέρος της σαν να τον πήγαινε σύννεφο βαμβακερό στο ηχόχρωμα του ουράνιου τόξου. Φτάνει μια ανάσα κι εκείνη με μια κίνηση απαλή βάζει το δεξί του χέρι ανάμεσα στις παλάμες της ενώ όλο αγωνία τον ικετεύει: «σε παρακαλώ πάτερ, δώσε μου την ευχή σου να βγάλω και σήμερα το ψωμί μου!» Την εύχεται*. Καληνυχτίζονται. Φτάνει εκεί που ήθελε, στο αυτοκίνητο. Μπαίνει, ξεσπά σε κλάμα... 
Στον παράδρομο της Συγγρού, εκεί, στο ύψος που χάθηκε ο Άη Σώστης, πάρκαρε μπροστά σ’ ένα πλάσμα «με ψυχή ψαριού, κορμί γατίσιο» και του άλλαξε το φυλο-κάρδι...






* "Της εύχεται" (Κ.Μ.)