Παρασκευή, 11 Αυγούστου 2017

Την γλώσσα

Την γλώσσα που δε μού 'δωσαν,
είναι οφειλή μου να την κλέψω.


Στην αρχή μπαίνεις σε ένα δωμάτιο που επικρατεί το πιο πυκνό, το πιο αφώτιστο σκοτάδι. Με τον καιρό συνηθίζουν, λες, τα μάτια, νομίζεις πως κάτι λίγο ξεχωρίζεις, όμως απλώς ζωγραφίζεις υποθέσεις επάνω στο μαύρο με μαύρες σκιές. Αν τυχαία ακουστεί μια γλώσσα γνωστή, νομίζεις πως κάποιος μπήκε στο δωμάτιο και άναψε με μιας το φως. Και πάλι, η μητρική σου μόνο σαν ανάμνηση μένει στο νου, μιας λιακάδας εκτυφλωτικής. Γιατί το φως της μέρας κανένα ρεύμα δεν κατάφερε να μιμηθεί.

Θέλεις λοιπόν να πάρεις ένα σκεπάρνι και να αρχίσεις να χτυπάς το μαύρο, το σκληρό τσόφλι που σε κλείνει εκτός του και να το πονάς μέχρι να κλάψει. Είτε να θυμώσει. Σημασία έχει να σχηματιστεί επάνω στην πίσσα ένα χέρι που να βγει να τραβήξει το χέρι σου. Ας γίνει έτσι και θα είναι η πρώτη σας χειραψία. Κατόπιν όλα θα πάρουν το δρόμο τους. Δεν θα χρειάζεται να το πονέσεις άλλο, μόνο θα αρπάξεις σφιχτά το χέρι, στην αρχή από τις άκρες των δακτύλων, σιγά σιγά μέχρι να δέσουν οι παλάμες, ως να συμβεί αυτό το αδερφικό αγκάλιασμα, αντίχειρας με ωλένη, που είναι πια αργά για να χαθείςΣτο εξής τις διαφορές σας θα τις λύνετε μιλώντας.